ξένοιαστος

ξένοιαστος
και ξέγνοιαστος και ξέννοιαοτος, -η, -ο [ξενοιάζω]
απαλλαγμένος από φροντίδες, αμέριμνος, ήσυχος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ήσυχος — η, ο (AM ἥσυχος, ον) 1. ήρεμος, γαλήνιος, αδιατάρακτος («ήσυχη θάλασσα») 2. αυτός που δεν ταράσσεται από κανέναν εξωτερικό θόρυβο, αυτός στον οποίο επικρατεί ησυχία, αθόρυβος («ήσυχη κάμαρα») 3. απαλλαγμένος από φροντίδες, αμέριμνος, απερίσπαστος …   Dictionary of Greek

  • αθώρητος — η, ο [θωρώ] 1. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν δει, αθέατος 2. ακριβοθώρητος, απλησίαστος, απρόσιτος 3. κρυμμένος από τα βλέμματα, απόκρυφος 4. παραμελημένος, αφρόντιστος 5. αλλαγμένος στη θωριά, αγνώριστος 6. απρόσεχτος, ξένοιαστος …   Dictionary of Greek

  • αλαφρόκαρδος — η, ο αυτός που έχει ελαφριά την καρδιά, αμέριμνος, ξένοιαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο * + καρδιά. ΠΑΡ. νεοελλ. αλαφροκαρδιά] …   Dictionary of Greek

  • αμέριμνος — η, ο (AM ἀμέριμνος, ον) αυτός που δεν έχει μέριμνες, φροντίδες, ο ξένοιαστος αρχ. 1. αυτός, για τον οποίο δεν μεριμνά κανείς, ο παραμελημένος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀμέριμνον η αμεριμνησία. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + μέριμνα. ΠΑΡ. αρχ. ἀμεριμνῶ αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • αμεριμνομέριμνος — ἀμεριμνομέριμνος, ον (λέξη τού Αδ. Κοραή) ο υπερβολικά αμέριμνος, ο εντελώς ξένοιαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. Επαναληπτικό σύνθετο < ἀμέριμνος + μέριμνα (πρβλ. νεοελλ. γαϊδουρογάιδαρος)] …   Dictionary of Greek

  • αμεριμνώ — ἀμεριμνῶ ( έω) (Α) [ἀμέριμνος] είμαι αμέριμνος, ξένοιαστος, αδιαφορώ …   Dictionary of Greek

  • ανάμελος — και ανέμελος, η, ο αδιάφορος, αφρόντιστος, ατημέλητος, ξένοιαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα *, ανε * στερ. + μέλει. ΠΑΡ. αναμελεύω, αναμελιά, αναμελώ] …   Dictionary of Greek

  • ανεφρόντιστος — η, ο (κ. ιγος) 1. αμέριμνος, ξένοιαστος 2. αφρόντιστος, παραμελημένος …   Dictionary of Greek

  • απήμων — ἀπήμων, ον (Α) [πήμα] 1. αυτός που δεν έχει πάθει βλάβη ή κακό 2. αυτός που δεν έχει φροντίδες, ξένοιαστος 3. αυτός που δεν προξενεί κακό, ακίνδυνος 4. ήσυχος, αίσιος, ευτυχής …   Dictionary of Greek

  • αστόχαστος — η, ο (AM ἀστόχαστος, ον) νεοελλ. 1. απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος 2. απρόσεχτος, αδέξιος 3. αμέριμνος, ξένοιαστος αρχ. 1. αυτός που δεν είναι σκόπιμος 2. ο απρόβλεπτος 3. όποιος δεν πετυχαίνει τον στόχο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”